Συνέντευξη του Προέδρου της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλου στις 20/2/2011 στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία»

Η ασφυκτική συσσώρευση προβληµάτων από την αδράνεια ή λανθασµένους και αδιέξοδους χειρισµούς επί σειρά ετών στα ζητήµατα που σχετίζονται µε τη µετανάστευση επιβάλλει τη συνεκτική αντιµετώπιση των ζητηµάτων µεταναστευτικής πολιτικής, ασύλου και ιθαγένειας από την Πολιτεία.

Η φοβική, γραφειοκρατική και αναποτελεσµατική µεταναστευτική πολιτική που έχει εφαρµοσθεί καθ’όλη την περίοδο των τελευταίων είκοσι σχεδόν ετών όχι µόνο οδήγησε στο να είναι χιλιάδες µετανάστες αόρατοι για το νόµο, αλλά και επέτεινε την καλλιέργεια και ανάδειξη ξενοφοβικού κλίµατος στην ελληνική κοινωνία.
Από την άλλη πλευρά, η διολίσθηση του λόγου Μέσων Ενηµέρωσης, πολιτικών φορέων και κυβερνητικών παραγόντων σε µια ρητορική της ασφάλειας µε ξενοφοβικές εξάρσεις αποτελεί το καλύτερο δώρο στην αναδυόµενη απειλή της ρατσιστικής βίας.

Σε πείσµα όσων µιλούν για «ένοχη σιωπή» της Γ.Σ.Ε.Ε., υπενθυµίζουµε τις τεκµηριωµένες θέσεις, τις δράσεις και τις διεκδικήσεις που όλα αυτά τα χρόνια µε συνέπεια έχουµε προβάλει µε τη Γραµµατεία Μεταναστών και το Ινστιτούτο Εργασίας της Γ.Σ.Ε.Ε. για το µεταναστευτικό ζήτηµα και τις εγγυήσεις προστασίας των θεµελιωδών δικαιωµάτων των µεταναστών.

Στην ελληνική πραγµατικότητα η δύσκολη και απαιτητική νοµιµοποίηση των µεταναστών ήταν και είναι άµεσα συνδεδέµενη µε την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας. Οι νοµοθετικές προσπάθειες νοµιµοποίησης των µεταναστών, µαζί µε τη µερική αναθεώρηση του τελευταίου νόµου 3536/2007, δεν έδωσαν τα αναµενόµενα αποτελέσµατα, ενώ τα συσσωρευµένα κοινωνικά προβλήµατα, η ανεπάρκεια των απαιτούµενων εργατικών και ασφαλιστικών ελέγχων και τα κενά στη νοµοθεσία οδήγησαν χιλιάδες µετανάστες να είναι όµηροι σε καθεστώς οικονοµικής, εργασιακής και ασφαλιστικής εκµετάλλευσης, στερούµενοι θεµελιωδών, ατοµικών και κοινωνικών, δικαιωµάτων τους. Αποτέλεσµα αυτής της κατάστασης ήταν η έκπτωση τους από το καθεστώς νόµιµης διαµονής, αλλά και η µέχρι σήµερα διακινδύνευση της ανανέωσης της νόµιµης διαµονής.

Το αίτηµα για δίκαιη µεταναστευτική πολιτική δεν έχει ακόµα επιτευχθεί, συµπαρασύροντας µαζί και την υλοποίηση της υποχρέωσης οµαλής ενσωµάτωσης των µεταναστών στην κοινωνία. Συνεπώς είναι περισσότερο από επίκαιρο το αίτηµα λήψης όλων των απαιτούµενων µέτρων για τη διασφάλιση της νόµιµης απασχόλησης των µεταναστών µε όρους εργασιακής και κοινωνικο-ασφαλιστικής ισότητας. Η ισότητα αυτή βέβαια δεν επιτυγχάνεται ούτε µε την απαίτηση κατ’ελάχιστον 150 ενσήµων για την ανανέωση της άδειας διαµονής, ενώ πχ. για την ανανέωση του βιβλιαρίου ασθενείας απαιτούνται τα µισά, ούτε µε την καταβολή µεροκάµατων πείνας σ’όσους απασχολούνται σε γεωργικές εργασίες, ενώ καλύπτονται από την Εθνική Γενική ΣΣΕ.

Εξίσου συνεχίζουµε να επιµένουµε στην ανάγκη αποτελεσµατικής και επαρκούς αντιµετώπισης των ζητηµάτων ένταξης των «µεταναστών δεύτερης γενιάς» και της πρόσβασής τους στην αγορά εργασίας, ενώ έχουν ήδη γεννηθεί «µετανάστες τρίτης γενιάς». Το καθεστώς διαµονής τους στην Ελλάδα παραµένει επισφαλές – ακόµα και µε την απόδοση ιθαγένειας χάρη στη νέα νοµοθετική πρωτοβουλία – δηµιουργώντας στην πραγµατικότητα πολίτες δύο ταχυτήτων. Μάλιστα, η πρόσφατη απόφαση του ∆΄ Τµήµατος του Συµβουλίου της  Επικρατείας απειλεί µε ανατροπή αυτού του νέου πλαισίου για την ιθαγένεια, µε ένα ακραία οπισθοδροµικό σκεπτικό. Το γεγονός αυτό επιτείνει αυτή την ανασφάλεια και προκαλεί εύλογες ανησυχίες για τον τρόπο που µέρος της ελληνικής κοινωνίας και των θεσµικών της εκφράσεων αντιµετωπίζουν την ίδια τη συνύπαρξη, ενσωµάτωση και κατοχύρωση των δικαιωµάτων των νέων κατοίκων της χώρας µας.

Εάν στο εγγύς µέλλον, και στο βαθµό που, για διάφορες αιτίες, η απορρόφηση τους στην αγορά εργασίας δεν διευκολυνθεί, η διατήρηση των σηµερινών προσκοµµάτων σε ό,τι αφορά την προσβασή τους στη νόµιµη απασχόληση, αναµένεται, βάσιµα να εντείνει τα φαινόµενα αδήλωτης εργασίας, αλλά και να προκαλέσει και σοβαρές κοινωνικές δυσλειτουργίες, όµοιες µε αυτές που αντιµετωπίζουν οι κοινωνίες των βορείων χωρών µελών της Ε.Ε.

Στο πλαίσιο αυτό, έχουµε επιµείνει ότι είναι άµεση ανάγκη λήψης µέτρων για την εξασφάλιση της δίκαιης, γρήγορης και αποτελεσµατικής εξέτασης των αιτήσεων ασύλου και χορήγησης ανθρωπιστικού καθεστώτος, καθώς οι πολιτικοί πρόσφυγες και οι αιτούντες άσυλο είναι από κοινωνικό-οικονοµική άποψη περισσότερο ευάλωτοι.

Γενικότερη θέση µας είναι ότι η ένταξη των µεταναστών δεν µπορεί να αποτελεί ζήτηµα δηµόσιας τάξης, αλλά ζήτηµα που άπτεται της διασφάλισης της εφαρµογής ενός δίκαιου µεταναστευτικού θεσµικού πλαισίου µε όρους σεβασµού των θεµελιωδών ανθρωπίνων δικαιωµάτων. Για το σκοπό αυτό, απαιτούνται συνδυασµένες κινήσεις στην κατεύθυνση της επιτάχυνσης και απλούστευσης εκείνων των διαδικασιών που σήµερα καθιστούν τους µετανάστες και τους αιτούντες άσυλο οµήρους της διοικητικής γραφειοκρατίας και αυθαιρεσίας. Επίσης, χρειάζεται αναπροσαρµογή των απαγορευτικών υπό τις σηµερινές λόγω κρίσης συνθήκες προϋποθέσεων για την επάνοδο σε καθεστώς νοµιµότητας όσων µεταναστών έχουν εκπέσει από αυτό. Ακόµα, χρειάζεται διαρκής προσπάθεια της κυβέρνησης για εντελώς διαφορετική αντιµετώπιση του µεταναστευτικού ζητήµατος σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και για τον απεγκλωβισµό των µεταναστών και συνακόλουθα της Ελλάδας από το ασφυκτικό πλαίσιο που ο κανονισµός ∆ουβλίνο II επιβάλλει.

ΚοινοποιήστεShare on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+Share on LinkedInEmail this to someonePrint this page